Top
 

Gernika στην Αδριατική

του Γιάννη Λυμτσιούλη

Σύνοψη

Το διάσημο έργο του Πικάσο “Guernica”, φτιάχνει το σκηνικό μιας υδρόβιας τραγωδίας.

20ος αιώνας (1998). Το Kater a Rades, ένα σαπιοκάραβο που μεταφέρει Αλβανούς πρόσφυγες διεμβολίζεται από πλοίο του Ιταλικού Πολεμικού Ναυτικού λίγο έξω απ’ τις ακτές του Μπρίντιζι και παίρνει στο βυθό της Αδριατικής 130 ανθρώπους. Η «ζωή συνεχίζεται» στο βυθό καθώς κανένας τους δεν πιστεύει πως είναι νεκρός, κανένας δεν μπορεί να πιστέψει ότι τους βύθισαν εν ψυχρώ.

Σχετικά με το έργο

ΜΑΥΡΗ  ΓΡΑΒΑΤΑ

Η «Γκουέρνικα» γράφτηκε την τελευταία εβδομάδα του Ιουλίου του 2002. Άρα μιλάμε για την μετά «11ης Σεπτεμβρίου» εποχή. Στη «Διεθνή Συνάντηση Θεατρικών Συγγραφέων της Valdigna (Valencia)» τον Ιούλιο του 2002 ο ιταλός θεατρικός συγγραφέας Gianni Clementi  μίλησε για μυστηριώδη –πολλά- ναυάγια στις ακτές της πατρίδας του. Τυχαία, όλα τα καράβια που ναυαγούν έχουν πάνω μετανάστες και χώρος για πολλά-πολλά περί του θέματος δεν περισσεύει στις εφημερίδες. Στα «ψιλά» περνάει πια η είδηση. Πιο πολύ ένιωσα την αγωνία στα λόγια του, μην τυχόν και οι ιταλοί συμπατριώτες του εξοικειώθηκαν τόσο πολύ με τέτοιου είδους ειδήσεις και γεγονότα που δεν τα θεωρούν πια άξια λόγου. Θυμήθηκε τότε μια «περίφημη» -γι’ αυτόν τουλάχιστον- Συνέντευξη Τύπου του ιταλού Πρωθυπουργού Sylvio Berlusconi που αφορούσε ένα απ’ αυτά τα ναυάγια. Την βύθιση ενός αλβανικού πλοίου «KATER A RADES» που έφερε περίπου 130 αλβανούς μετανάστες από το ιταλικό πολεμικό «Sibila» στις ακτές του Bridisi. Ούτε λίγο ούτε πολύ ο ιταλός πρωθυπουργός είπε πως δεν βλέπει τον λόγο να ξοδευτούν χρήματα για να ανασυρθούν από τον βυθό οι σοροί των αλβανών του «KΑΤΕΡ A RADES». Και μάλλον αστειευόμενος,  είπε ότι δεν μπορεί να αποκλείσει ότι οι αλβανοί πνιγμένοι περνάνε καλύτερα στον ιταλικό βυθό απ’ ότι όταν ήταν ζωντανοί στην αλβανική επιφάνεια της γης.

Πρότεινε λοιπόν ο Gianni στους παραβρισκόμενους συγγραφείς να γράψουν κάτι για όσα συμβαίνουν στην πατρίδα του – και όχι μόνο-,  πρότεινε να ξανασχοληθεί το θέατρο με τον άνθρωπο, την ανθρωπιά και την απανθρωπιά τουκαι να πάψει -για λίγο τουλάχιστον- αυτή την τάση της περιστροφής γύρω από τον εαυτό του και τα ακατανόητα συχνά εσώψυχά του. Να βγει για λίγο το θέατρο από την τεχνητή ευδαιμονία του Δυτικού μας Κόσμου και να κοιτάξει δίπλα του, τις «άλλες πραγματικότητες»

Είναι αλήθεια ότι πέρα από την πραγματικότητά μας υπάρχουν πολλές, πάρα πολλές άλλες. Και κυρίως σκληρότερες απ’ τη δική μας. Όπως λέει ο μέντορας μου Anton Juan, «αν ένα άδειο πλαστικό μπουκάλι σ’ ένα κομμάτι του κόσμου είναι για τα σκουπίδια, σ’ ένα άλλο κομμάτι γίνετε βάζο», από μια ανάγκη υποθέτω να στολιστεί έστω και μ’ ένα πλαστικό λουλούδι η σκληρή ζωή και ο αγώνας για την επιβίωση.

Έγραψα τη Γκουέρνικα πατώντας στο συγκεκριμένο ναυάγιο που μίλησε ο Gianni, χωρίς να προσπαθήσω να το κάνω ένα «γενικό» ναυάγιο για να ’ναι πιο «μεγάλο». Αλβανοί οι πνιγμένοι. Ιταλικές οι ακτές. Εν έτη 1998 το συμβάν.

Οι ήρωες του έργου τρεις τυχαίοι αλβανοί, μια γυναίκα και δυο άντρες. Παιδιά της συγκεκριμένης χώρας και της συγκεκριμένης ιστορικής τους συγκυρίας. Η Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχει πια, ούτε και ισχυρός δικτάτωρ, για δημοκρατία ούτε λόγος, και ω σα να έλειπε το κερασάκι στην τούρτα ήρθε η κλοπή των πενιχρών οικονομιών του αλβανικού λαού με το μέγα σκάνδαλο, τις Τράπεζες Πυραμίδες. Και τα λίγα που είχαν αποταμιεύσει οι αλβανοί δουλεύοντας σκληρά και απομονωμένοι από τον κόσμο σχεδόν μισό αιώνα τώρα τα έχαναν κι αυτά.

Και βγήκαν στους δρόμους, φώναξαν, έσπασαν, έκαψαν, γκρέμισαν, γκρέμισαν και τις πόρτες των φυλακών, εγκληματίες ανακατεύτηκαν με αθώους κι άλλοι πήραν τα βουνά για μπορέσουν να περάσουν στη γειτονική Ελλάδα κι άλλοι σαπιοκάραβα για την κομψή Ιταλία.

Όμως τα χρόνια του ’’60 και του ’’70 που η Αυστραλία πλήρωνε τα εισιτήρια των ελλήνων για να μεταναστεύσουν στην μακρινή ήπειρο και να προσφέρουν τα νιάτα και τον ιδρώτα τους πέρασαν. Είμαστε πια στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα όπου η Αγγλία του Τονυ Μπλερ πληρώνει τα εισιτήρια στους μετανάστες που δέχονται να φύγουν από το Νησί και από πάνω τους δίνει κι ένα πριμ κάποιων χιλιάδων στερλινών για την θεάρεστη απόφασή τους να πάνε από κει που ’ρθαν. Η Ελλάδα ξέρει καλά τη σημαίνει αλβανός μετανάστης. Το ξέρει κι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Μια χώρα 10.000.000 δέχτηκε πάνω από 1.000.000 αλβανούς. Κι αν η Ελλάδα ξέρει από αλβανούς μετανάστες, η Ισπανία από νοτιοαμερικάνους, η Γαλλία από μαροκινούς, η Αγγλία από πακιστανούς…  οι μετανάστες επίσης ξέρουν ότι ευπρόσδεκτοι δεν είναι κι ότι αν μπορούσε να γίνει κάτι, «κάποιο λάθος» και «το καράβι τους» να βουλιάξει πριν φτάσουν στη «Γη της Επαγγελίας», λίγοι θα φορούσαν μαύρη γραβάτα για να τους πενθήσουν. Αυτό ακριβώς το γεγονός, το γεγονός ότι «ξέρουν», εκτρέφει μέσα τους έναν  θυμό, που όταν μεγαλώσει θα γίνει οργή και δύναμη καταστροφής. Τη γένεση αυτού του Τέρατος-Οργής ενδεχομένως να κληθούν σύντομα να αντιμετωπίσουν οι δυτικές κοινωνίες χωρίς την πολυτέλεια συνεντεύξεων τύπου μιας και απ’ τα πρώτα θύματα θα είναι τα μικρόφωνα και οι κάμερες των καναλιών που συνήθως «ζουμάρουν» στους μετανάστες όταν διαπράττουν κάποια παρανομία.

Οι πρώτες λέξεις του θεατρικού έργου «Γκουέρνικα» γεννήθηκαν μέσα από την ανάγνωση του ποιήματος της Κικής Δημουλά «Μαύρη Γραβάτα».

«Πότιζε εσύ τη γλάστρα
κι άσε να κλαίω.
Μόνο γράφε τους λόγους
μήπως κι οφείλω κι άλλη λύπη.
Θέλω να έχω τη συνείδησή μου ήσυχη
πως βασανίστηκα για όλα.

Γράψε πως κλαίω για έναν καθρέφτη.
Άλλοτε διακοσμητικό στοιχείο,
μαντείο τώρα.
(…)

«Κλαίω γιατί με ρώτησες
αν είδα την πανσέληνο.
Όχι, τίποτα ολόκληρο δεν είδα και δεν έζησα.
(…)

«Γράφε.
Πως κλαίω για τους τυφώνες,
Το λίγο φαΐ
το κάθε Λίγο,
για τους σεισμούς
χωρίς προειδοποίηση.

Κλαίω επειδή χαμένη πάει
η είδηση που μου ’φερες
πως είδες χθες την πρώτη πεταλούδα.
Κλαίω γιατί δεν είναι είδηση το εφήμερο»

Γράφε. Κλαίω
επειδή (…)

Τα δάκρυα της Κικής Δημουλά μού φτιάξανε τη θάλασσα, ο Gianni μού ’χε δώσει το ναυάγιο, η Alaitz, -μια νεαρή βάσκα που ακριβώς εκείνες τις ημέρες μπήκε στη ζωή μου-  με ταξίδεψε μέχρι την ιδιαίτερη πατρίδα της και τον πίνακα τού Picasso, κι εγώ, εγώ έβαλα το βυθό. Και τον γέμισα -χωρίς να δυσκολευτώ- με τα άπειρα ναυάγια καραβιών και ζωών. Τους άφησα όλους κοιμούμενους εκτός από τρεις. Γιατί η οικονομία –δυστυχώς – έχει λόγο και κει που ίσως δεν θα ’πρεπε. Τρεις χαρακτήρες μόνο για να ’ναι φτηνή η παραγωγή αν μια μέρα βρεθεί κάποιος που αποφασίσει ν’ ανεβάσει το έργο. Αν η Guernica του Picasso είναι μια σπουδαία προβολή της ανθρώπινης διαστροφής και των δραματικών ιστορικών στιγμών που φτιάχνουν τον καμβά του, (η εξόριστη ισπανική κυβέρνηση, ο ισπανικός εμφύλιος, ο Hitler  «Προ των Πυλών», και η κτηνωδία των ναζιστικών βομβαρδιστικών στη μικρή βασκική πόλη Guernika) η δικιά μου «Γκουέρνικα» είναι μια μικρή προσπάθεια, μια αρχή μόνο αντανάκλασης του καμβά της δικής μου ιστορικής στιγμής. Αντανάκλασης ενός κόσμου που έχω την αίσθηση ότι αλλάζει δραματικά κάθε μέρα κι από την περίφημη 11η Σεπτεμβρίου δραματικότερα, μια ταπεινή απόπειρα να βγάλω μια ασπρόμαυρη φωτογραφία έχοντας σε πρώτο πλάνο όσους στη ζωή τους καίει το φλας του καπιταλισμού: τους μετανάστες.

Σήμερα, η ποίηση της Κικής Δημουλά εξακολουθεί να είναι Θεμέλιο σ’ ό,τι προσπαθώ να χτίσω γράφοντας, ο Gianni καλός φίλος, Anton πνευματικός μου πατέρας και η Alaitz  η γυναίκα μου. Οι ζωές που άφησα στο βυθό χωρίς να τις δώσω πνοή «για λόγους οικονομίας» περιμένουν υπομονετικά τους σκηνοθέτες που θα ’ρθουν. Να πάρει τα κομμάτια τους, να τα ενώσει αρμονικά και ν’ αρχίσει να παίρνει υδρόβια μορφή το άλογο του μαροκινού καβαλάρη, ο αδέσποτος ταύρος, το χαμόγελο της φιλιππινέζας, και το ταγκό του αργεντινού «κοιμούμενου». Ένα ταγκό, – ας πούμε το «Preludio para el año 3001» του Astor Piazzola – που με βοήθησε όσο έγραφα το έργο να νανουρίσω τους πάντες εκτός από τον Ρίκυ, τον Μίρεκ και την Πατρίσια. Όταν «ξυπνήσουν» όλοι θα έχει τελειώσει η δικιά μου «Γκουέρνικα».

Γιάννης Λυμτσιούλης

Φωτογραφίες

 

No Comments

Leave a Reply:

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.