Top
 

Πάρις & Αλέξανδρος

του Γιάννη Λυμτσιούλη

Σύνοψη

Δύο στρατιώτες, υπηρετούν τη θητεία τους σε ένα ξερονήσι του Αιγαίου.
Δυο απολύτως αντίθετοι κόσμοι συναντιούνται σ’ ένα απ’ τα λίγα σημεία που θα μπορούσαν να συμπέσουν: στο στρατό.

Ένας ώριμος δάσκαλος, ο Αλέξανδρος, γύρω στα 40, με αγάπη για την Ποίηση, κι ένας λαχαναγορίτης, ο Πάρις, ένα δεκαοχτάχρονο παιδί με την καβαφική «χαρά της αφθαρσίας μες στα μάτια» ξαναγράφουν την Ιστορία του Κόσμου κάτω από μια εθνική σημαία την οποία πρέπει να υπερασπιστούν. Φυλάνε σημαία και σύνορα από έναν νέο τύπο “εχθρών”: τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Στις ατέλειωτες ώρες της σκοπιάς παίζουν επικίνδυνα παιχνίδια και ρόλους που θα τους οδηγήσουν στο ν’ ανακαλύψουν όσα δεν ήξεραν ούτε καν για τον ίδιο τους τον εαυτό.

Είναι ικανοί να σκοτώσουν μια μάνα μ’ ένα παιδί στην αγκαλιά;
Έναν γέροντα που ακουμπάει στον ώμο της γριάς γυναίκας του για να προχωρήσει;
Είναι ικανοί να σκοτώσουν έναν οποιονδήποτε σαν κι αυτούς ώστε να υπερασπιστούν τα σύνορα της πατρίδος τους;

Ο «ήρωας» και ο «προδότης» ξυπνάει μέσα και στους δυο κι αρχίζει η Μάχη. Ένας Φιλοκτήτης ενάντια σ’ έναν Πακιστανό.

Μύθος versus Ιστορία!

Σχετικά με το έργο

Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ

 

Το έργο αυτό γράφτηκε σε τρεις μέρες τον Μάρτιο του ‘97. Κυρίως νύχτες. Τις πρώτες νύχτες μετά την πρώτη φάση της στρατιωτικής μου θητείας στη Λήμνο.

Τον Μάιο του ’’99 το ξαναδιάβασα και σχεδόν το ξαναέγραψα εξ ολοκλήρου. Αμέσως διάβασα την καινούρια εκδοχή στον Αντόν και στον Αποστόλη. Ολοκλήρωσα τις αναγνώσεις, αυτό που για ένα καινούριο αυτοκίνητο θα ήταν το crash test διαβάζοντάς το στην Ειρήνη την Βιβή και τη Νεκταρία. Crash test γιατί μ’ ενδιαφέρει πολύ η γνώμη τους και κυρίως η αίσθησή τους. Και ειδικά για ένα έργο με δυο άντρες να το ακούνε τρεις γυναίκες που καμία ειδική σχέση με το θέατρο δεν έχουν είναι μια δοκιμασία. Και για μένα και για το έργο και για εκείνες υποθέτω.

 

Ο Αντόν τον ίδιο Μάιο, την ίδια μέρα που του το διάβασα, μού πρότεινε να το σκηνοθετήσει στις Φιλιππίνες κι εγώ τέλη Ιουνίου ήμουν στη Μανίλα. Είχε ξεκάθαρους τους ηθοποιούς στο μυαλό του, τον Bart Guingona και τον Miguel Vasquez κι αμέσως, αρχές Ιουλίου άρχισαν οι πρόβες. 13 Αυγούστου, ημέρα των γενεθλίων μου ορίστηκε η πρεμιέρα. Παγκόσμια Πρεμιέρα στον αποκαλούμενο Τρίτο Κόσμο. Θα ακολουθήσουν παραστάσεις και στη Λαϊκή Δημοκρατία του Λάος, άλλη χώρα του Τρίτου, έχω φαίνεται το ταλέντο ν’ αρέσω σ’ αυτές, έως μπορεί να πει κανείς ότι τα έργα μου είναι για τριτοκοσμικούς,. Μετά ήρθε όμως η παραγωγή στην Αυστραλία, Μάρτιο του 2000 και κάπως χάλασε το «τριτοκοσμικό» μου σερί.

Η Ελλάδα είναι μακριά ακόμα, 5 χρόνια μακριά απ’ την Αυστραλία.

Οκτώβριος του 2005. Μου είναι δύσκολο να πιστέψω ότι ένα έργο μου ανεβαίνει στην πατρίδα μου γι’ αυτό φοβάμαι να το χαρώ. Πολλές φορές, πάρα πολλές κι αυτό και άλλα έργα μου ανέβηκαν και κατέβηκαν με τον ίδιο ενθουσιασμό, πάντα με λόγια του αέρα σε διάφορα θέατρα της Ελλάδας. Τώρα, στο Βήμα των Αγγέλων φαίνεται ότι ήρθε η ώρα. Προς τιμήν της παραγωγού κ. Μαργαρίτας Δαλαμάγκα καθώς αποφάσισε ν’ ανεβάσει ένα έργο που για να είμαι ειλικρινής, δεν είναι αυτό που λέμε εμπορικό. Δυσκολεύομαι πάρα πολύ να γράψω κάτι για κάτι που έγραψα. Θα το προσπαθήσω όμως για την Άλμπα, την κόρη μου που σήμερα γίνεται δυόμιση μηνών. Για να ξέρει μια μέρα τι σκεφτόταν ο πατέρας της για το έργο που έγραψε κάποτε και τι ένιωθε όταν για πρώτη φορά θα το έβλεπε στη σκηνή εκεί που το έγραψε και κυρίως για εκεί που το έγραψε.

 

Καταρχάς το έγραψα τη χρονιά των Ιμίων με όλα όσα σημαίνει αυτό. Τι έγινε και γιατί, για ποιον σκοτώθηκαν δύο – δυο τουλάχιστον κατέγραψε η Ιστορία- αξιωματικοί; Είναι ένα έργο -όπως όλα με μια έννοια, ή όπως θα ’πρεπε να είναι όλα- επίσης με μια έννοια, αυτοβιογραφικό. Λέω «όπως θα ’πρεπε» γιατί όσο απαραίτητη είναι η ΑΠΟΣΤΑΣΗ άλλο τόσο είναι και η ΤΑΥΤΙΣΗ. Απόσταση ώστε ν’ αποφευχθεί το μελόδραμα αλλά και πώς να μιλήσεις για κάτι που δεν σ’ έχει πονέσει; Έστω και επιδερμικά. Δεν ισχυρίζομαι ότι πρέπει να πάθει κανείς καρκίνο για να καταλάβει ότι ο καρκίνος σκοτώνει αλλά τον τρόμο του θανάτου ένας καρκινοπαθής τον ξέρει καλύτερα από έναν υγιή.

 

Εγώ, απ’το στρατό υγιής δεν μπορώ να πω ότι βγήκα. Όμως ελπίζω όχι και τόσο άρρωστος. Έως που μπορώ να πω ευχαριστώ στο στρατό γιατί μου έμαθε στην πράξη ή μου θύμισε αυτό που ο Κορνήλιος Καστοριάδης θεωρεί την βασική αν όχι τη μόνη διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και το ζώο: τη ΦΑΝΤΑΣΙΑ. Τη φαντασία ως ένα όπλο για την επίτευξη του πιο μεγάλου στόχου στη ζωή του ανθρώπου: της ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ. Αυτό που έχω να μάθω εγώ στην Άλμπα μου.

 

Είναι τόσα πολλά απ’τα οποία πρέπει να επιβιώσουμε απ’τη στιγμή που γεννιόμαστε που αλίμονό μας αν δεν είχαμε και τη φαντασία.

 

Τη φαντασία -με τον δικό του ο καθένας τρόπο- χρησιμοποιούν και οι δυο φαντάροι του έργου. Μέσα στη βαρετή επανάληψη της καθημερινότητας του στρατού -χωρίς ούτε κατά διάνοια να είναι μήτηρ της μαθήσεως- φαντάζεται ο καθένας απ’ τους δυο ό,τι χρειάζεται, ό,τι θα φέρει στην άγονη γραμμή του μυαλού τους  συνωστισμό επιθυμίας, όρεξης για ζωή, να δώσει νόημα στην «προσφορά» τους εκεί, νόημα έστω και φανταστικό είναι διατεθειμένοι να πιστέψουν όποιο ψέμα εφεύρει το μυαλό τους φτάνει να τους σώσει.  Η Φαντασία στην υπηρεσία της Επιβίωσης.

 

Ο Πάρις, ορφανός από μικρό παιδί, φαντάζεται έναν πατέρα. Υποθέτει πως ο πατέρας του, -αν ζούσε-  θα θεωρούσε  χρέος και τιμή να υπηρετήσει ο γιος του την πατρίδα κι αυτό, του είναι αρκετό για να το κάνει σχεδόν αγόγγυστα. Χρειάζεται απλώς έναν λόγο γι’αυτό που κάνει κι αφού δεν τον έχει, τον εφευρίσκει. Τον φαντάζεται. Και πείθεται από πάνω ότι δεν είναι της φαντασίας του κατασκεύασμα αλλά η αντικειμενική πραγματικότητά.

Αυτό από μόνο του δεν κάνει τον Πάρι ξεχωριστό. Σχεδόν όλοι φτιάχνουμε μια ιστορία κατά πως μας βολεύει, όλοι αναζητούμε το ιδανικό για τον καθένα ψέμα, μέσα σ’ αυτό θέλουμε να ζήσουμε, αυτό να κάνουμε πραγματικότητά μας. Ξεχωριστός είναι ο Πάρις για την απλότητά του. Σπάνια πια να βρεις άνθρωπο «αστόλιστο», άνθρωπο που έχει σε αρμονική επικοινωνία εγκέφαλο, γλώσσα και σώμα.

 

Ο Αλέξανδρος σκέφτεται πολύ και το χειρότερο ακόμα, δεν το κρύβει. Λόγω της προσωπικότητάς του κρίθηκε από τους ειδικούς του στρατού ότι είναι καλύτερα να μην του δοθεί όπλο. Με άλλα λόγια ότι είναι εν δυνάμει επικίνδυνο να του δοθεί όπλο. Υποθέτει πως όλα αυτά συμβαίνουν επειδή στο στρατό είναι επικίνδυνο να σκέφτεσαι κι ακόμα περισσότερο να λες αυτό που σκέφτεσαι. Και μόνο η σκέψη ότι πρέπει να δεχτεί πως για να περάσει καλά πρέπει να σταματήσει να σκέπτεται τον ταπεινώνει κι αποφασίζει να παλέψει για την επιβίωση παίρνοντας στα χέρια του για όπλο το μυαλό του. Φαντάζεται ότι έχει πρόβλημα στο πόδι του, κουτσαίνει, κι άρα γι’ αυτό δεν του δώσαν όπλο. Για το περιβάλλον του τουλάχιστον, για τους άλλους φαντάρους. Μια σωματική αναπηρία συνήθως υποκινεί λιγότερη καχυποψία συγκριτικά με μια ψυχική. Αποφασίζει πως έχει πρόβλημα στο πόδι του, κουτσαίνει, το μυαλό του τού ζητάει κάτι ξεχωριστό, έναν ήρωα με αναπηρία. Και θα τον βρει στο μύθο του Φιλοκτήτη! Και θα ταυτιστεί μαζί του όχι τόσο γιατί κι οι δυο έχουν πρόβλημα στο πόδι όσο γιατί και οι δυο είχαν την πρόθεση να πέσουν για την πατρίδα τους αν χρειαστεί αλλά η πατρίδα τούς στέρησε τον πόλεμο. Στον έναν δεν έδωσε όπλο και τον άλλο τον εγκατέλειψε στην Λήμνο ενώ ο πόλεμος στην Τροία μαίνονταν και κάθε μέρα στο πεδίο της μάχης όλο και κάποιος είχε την ευκαιρία να τον σημειώσει ο μύθος με το διακριτικό «ήρωας».

Ο Αλέξανδρος δεν είναι απλός σαν τον Πάρι. Τον γοητεύει η σύνθεση και το περίπλοκο. Κι αφού μπήκε στον κόπο να βγει στο δρόμο για την Τροία ως Φιλοκτήτης, κάνει ένα ταξίδι μεγαλύτερο κι απ’ αυτό του Οδυσσέα, περιπλανιέται στους Μύθους και στους Αιώνες. Απ’ τη Λήμνο στη Συρία των κληρονόμων του Μεγάλου Αλεξάνδρου κι από κει στην Αλεξάνδρεια του Καβάφη. Αν και φαντάρος χωρίς όπλο, ως διανοούμενος ο Αλέξανδρος δανείζεται απ’ την Ποίηση και την Ιστορία και το Μύθο, δανείζεται προσωπικότητες, ταυτίζεται μ’ αυτές, «πιάνει απ’ το χέρι» τον Δημήτριο Σωτήρος από ένα ποίημα του Καβάφη λες κι είναι παιδικό τους φίλος, κι αποφασίζει να πολεμήσει κόντρα στις πιθανότητες, γιατί αγωνιζόμενος «και εν τη αποτυχία του την ίδιαν ακατάβλητην ανδρεία στον κόσμο δείχνει.»

Και είναι ακριβώς αυτό που θέτει υπό αμφισβήτηση ο Αλέξανδρος: για ποια ιδανικά τού ζητούν να προσφέρει ένα κομμάτι της ζωής του στο στρατό; Για τι είδους πόλεμο τον ετοιμάζουν σ’ αυτόν το στρατό; Ποιος είναι ο εχθρός; Από ποιον πρέπει να φυλάξει τα σύνορα; Οι μόνοι που βλέπει γύρω του να προσπαθούν να τα περάσουν είναι εξαθλιωμένοι μετανάστες. Είναι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες εχθροί; Γι’ αυτό θέλει να φύγει, επειδή δε βρίσκει πειστικές απαντήσεις. Και φεύγει παίρνοντας πάντα το γνωστό καράβι: Την Φαντασία του. Κι ανεβάζει πάνω κι άλλα παιδιά τού Καβάφη, τον Ιάση, τον Μυρτία, περνούν μετά να πάρουν και τη Μαρία, την ιδανική γυναίκα μέσα στο μυαλό του για να συνεχίσουν το ταξίδι, να γράψουν ιστορία, να τους γράψει κι αυτή κι αν δεν τους καταδεχτεί η Ιστορία, ας είναι καλά ο Μύθος να τους πάρει πάνω σ’ ένα φτερωτό άλογο και να τους πάει στο φεγγάρι. Ποιο φεγγάρι όμως; Εδώ είναι στρατός. Απ’ όποια οπτική γωνία κι αν προσπαθήσει να το δει, πάντα κάτι έξω απ’ τη φαντασία του, κάτι πολύ πραγματικό μπαίνει μπροστά και του κρύβει τη θέα και του βουλιάζει το καράβι και του χαλάει το «ταξίδι».

 

Το τρίτο πρόσωπο του έργου είναι μια χορεύτρια. Που χορεύει στον ρυθμό της φαντασίας των δυο φαντάρων. Τιμή στις μάνες που μέσα στους αιώνες γέννησαν τους άγνωστους στρατιώτες, τον άγνωστο κάθε μια γιο της, γιατί δεν πρόλαβε να τον χορτάσει και άγνωστο της έμεινε πως θα ’ταν η ζωή της αν τον είχε δίπλα της για να της κλείσει τα μάτια, πως θα ’ταν όλα αν δεν είχε κλείσει τα δικά του πρόωρα σε κάποιο πόλεμο. Και στις συζύγους τιμή που αποχαιρέτησαν τους άντρες τους μην ξέροντας πως το «για πάντα μαζί» που υποσχέθηκαν κάποτε εκπληρώνεται ήδη στο «τώρα» του αποχαιρετισμού. Τιμή και στις κόρες που δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να κρατήσουν το χέρι του γέρου τυφλού πατέρα τους επειδή  η μητέρα πατρίδα χρειάζεται αίμα νεανικό.

 

Το έργο έχει πέντε επίπεδα ή ας πούμε πέντε σκηνές.  Δεν ακολουθεί κανέναν κανόνα, -συνειδητά τουλάχιστον. Πρώτα η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ μετά το ΟΝΕΙΡΟ, ύστερα λογικά το ΞΥΠΝΗΜΑ, είσοδος στο ΜΥΘΟ και τελικά αναγκαστική ΕΞΟΔΟΣ.

 

Στην Πραγματικότητα μαθαίνουμε ποιοι είναι οι δύο ήρωες του έργου, ποια η πραγματικότητά τους. Ότι ο Πάρις είναι ένα παιδί που μεγάλωσε στη λαχαναγορά, ότι αυτή ήταν και η δουλειά του πατέρα του, ότι υπηρετεί στο στρατό μιας χώρας που η θητεία είναι υποχρεωτική, ότι δεν του αρέσει αυτό που κάνει αλλά κι ότι δεν θεωρεί ότι στη ζωή θα κάνει μόνον ό,τι του αρέσει. Και την πραγματικότητα το Αλέξανδρου: ότι είναι ένας άνθρωπος μορφωμένος, που αγαπάει τα βιβλία, ότι δε θέλει να υπηρετήσει στο στρατό της πατρίδας του και ψάχνει τρόπους να ξεφύγει, ότι πιστεύει σε εναλλακτικούς τρόπους προσφοράς, ότι είχε βρει έναν τέτοιο διδάσκοντας εκτός συνόρων τη γλώσσα της, τέλος, ότι από ιδιοσυγκρασία, κοιτάζοντας ψηλά, η προσοχή του πέφτει στο φεγγάρι κι όχι σε μια υψωμένη σημαία.

 

Στο Όνειρο χαλαρώνουν λίγο, πάνε με το μυαλό τους όπου τραβάει η ψυχή τους αλλά πόσο να κρατήσει ένα όνειρο;

 

Έρχεται το Ξύπνημα. Και είναι τόσο βίαιο που ακόμα και τα πιο παλιά τα πιο στέρεα και αληθοφανή ψέματα πέφτουν. Θυσιάζονται ως ερίφιο στο βωμό της πραγματικότητάς τους. Και τα ψέματα κι αυτοί οι ίδιοι. Επιβεβαιώνεται πια ότι ο ένας δεν είναι ορφανός και στρώνεται το έδαφος για να περπατήσει ο άλλος με πόδι υγιές, να φτάσουμε στην αποκάλυψη ότι κι αυτός κουτσός δεν είναι. Κι επειδή χωρίς ψέματα νιώθουν άσχημοι καταφεύγουν στο Μύθο.

 

Στο Μύθο και μόνο πια ελπίζουν ν’ αφήσουν σημάδια της ύπαρξής τους. Ψέματα θα πει όποιος ισχυριστεί ότι δε θέλει να μείνουν σημάδια πίσω του. Είναι μια παρηγοριά να ελπίζουμε ότι θα βρεθεί κάποιος που θα θεωρήσει πως κάτι απ’ τη ζωή μας είναι άξιο να το θυμάται και θα το πάρει και θα το στολίσει και θα το ανεβάσει σε φτερωτά άλογα, και ιπτάμενους ταύρους, θα του δώσει μια λύρα να κρατά και θα του φυτέψει ένα δέντρο ελιάς για να ξεκουράζεται στη σκιά του, καθιστό ή στην κλασική στάση, την ανάσκελη. Στην υποτιθέμενη πιο άνετη απ’ όλες τις στάσεις μπροστά στην Περίφημη Έξοδο.

 

Η Έξοδος είναι μία. Μας αρέσει ή όχι αυτή είναι. Μένει να βρεθεί κάποιος να πει την ιστορία μας μετά την Έξοδο μας. Φαίνεται ότι μια Εξόδιος Ακολουθία δεν φτάνει. Κάτι παραπάνω χρειάζεται, να μπουν εμβόλιμα μερικά απαραίτητα ψέματα κάποιες εξιδανικεύσεις απαραίτητες κι αυτές μήπως και γίνουμε αναγνωρισμένο παιδί της Ιστορίας. Γιατί έχω την αίσθηση ότι η Ιστορία αναγνωρίζει ως νόμιμα παιδιά της μόνον τον καρπούς του έρωτος μεταξύ Ψέματος και Πιθανού.

 

Ασφαλώς και είναι ελάχιστος –αν αναλογιστεί κανείς τους αιώνες που πέρασαν και τους ανθρώπους που ξεχάστηκαν- ο χρόνος που κρατάει το παραμύθι της ζωής μας, η πραγματικότητά μας. Δικαίως παραπονιόμαστε ότι κρατάει λίγο αλλά γιατί όσο κρατάει συνήθως όλο γκρινιάζουμε για κάτι; Παραπονιόμαστε ότι τελειώνει γρήγορα κάτι που φαίνεται τελικά ότι δε μας αρέσει και τόσο. Λίγα πράματα μπορούμε να κάνουμε για να θεραπευθεί -αυτή τουλάχιστον- η σχιζοφρένεια μας. Παραδείγματος χάριν ν’ αλλάξουμε λίγο την οπτική μας γωνία, παυσίπονο δηλαδή ή να προχωρήσουμε σε πιο δραστικές λύσεις, σε επέμβαση. Εσπευσμένα  χειρουργείο. Μήπως ανανήψει αυτό που θα θέλαμε να είμαστε κάνοντας νόμιμη ευθανασία σ’ αυτό που είμαστε. Για να παραπονιόμαστε τουλάχιστον δικαίως, για το τέλος ενός ωραίου βίου. Κι έτσι, έχοντας πραγματικά ανάμεσα από ωραίους βίους να διαλέξει, η Ιστορία ίσως να κόψει σιγά-σιγά την εξάρτησή της απ’ το Ψέμα.

 

 

 

 

5/6-10-2005

 

Γιάννης Λυμτσιούλης

 

 

 

 

 

 

 

Φωτογραφίες

Comment

  • Ελένη Κωνσταντινιδου
    6 February, 2018 at 11:08 am

    Πολυ καλο… κινει υποψιες για τους προβληματισμους που θα γεννησει…

Leave a Reply:

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.